Στη… χρονομηχανή του ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ «Στο χιλιοστό» το βράδυ της Δευτέρας (11.05.2026) «επιβιβάστηκε» ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Στο δεύτερο επεισόδιο «ζωντάνεψαν» μνήμες από την περίοδο πριν το πρώτο μνημόνιο και την κρίση των σχέσεων μεταξύ της Αθήνας και της περιβόητης Τρόικας.
Το δεύτερο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ των Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτωρίας Δενδρινού «Στο χιλιοστό» για τον ΣΚΑΪ εστιάζει στο κλίμα εχθρότητας έναντι της Ελλάδας.
Είχε μόλις ανακοινωθεί από τον τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιώργο Προβόπουλο και τον τότε υπουργό Οικονομικών, Γιώργο Παπακωνσταντίνου ότι το έλλειμμα θα κινείται πάνω από το 12%.
Ήταν η περίοδος που ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ δήλωνε: «The game is over».
Μιλώντας στην εκπομπή, ο Γιούνκερ τονίζει ότι ήταν όντως μεγάλο λάθος των παραγόντων της ελληνικής κυβέρνησης να κάνουν τους εταίρους να πιστεύουν ότι πάνε καλά τα πράγματα, καθώς πλέον, η Ελλάδα δεν ήταν αξιόπιστη κι έτσι μπορούσε να λέει ο καθένας ό,τι θέλει.
Αποκάλυψε μάλιστα ότι μία υπουργός Οικονομικών άλλης χώρας είχε προτείνει σε συνεδρίαση του Eurogroup να… πωληθεί η Ακρόπολη.
«Της είπα να το βουλώσει, της είπα σκάσε!», πρόσθεσε ο Γιούνκερ.
Το δεύτερο επεισόδιο της σειράς συνεχίζει με τις πρώτες, κρίσιμες ημέρες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ το 2015, όταν οι προεκλογικές εξαγγελίες συγκρούονται με τη σκληρή δημοσιοοικονομική πραγματικότητα.
Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, η εικόνα είναι σοκαριστική. Τα διαθέσιμα του Δημοσίου δεν επαρκούν για τις υποχρεώσεις που έρχονται. Η χώρα έχει μόλις 1,6 δισ. ευρώ στο ταμείο και μπροστά της πολλαπλάσιες πληρωμές.
«Ήταν τρόμος», θυμάται η τότε Γενική Διευθύντρια Προϋπολογισμού και Δημοσιονομικής Πολιτικής, Σταυρούλα Μηλιάκου, περιγράφοντας τη στιγμή που το ενδεχόμενο να μην πληρωθούν μισθοί και συντάξεις φιγουράρει απειλητικά.
«Δεν υποδεχόμασταν έναν εχθρό» λέει ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, όταν υποδέχθηκε στις Βρυξέλλες τον Αλέξη Τσίπρα.
Αποκάλυψε μάλιστα τον διάλογο που είχε με τον νεοεκλεγμένο, τότε, πρωθυπουργό της Ελλάδας όταν μείνανε μόνοι. «Μου είπε, ”ξέρετε, εξελέγην με ποσοστό 36% κάτι το οποίο πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν από τους εταίρους μας” και τότε του απάντησα: «Αυτό δεν με εντυπωσιάζει. Εγώ αν είχα ποτέ τέτοιο πρόγραμμα όπως αυτό που που υποσχέθηκες προεκλογικά στην Ελλάδα θα είχα 80%, οπότε το 36% είναι μάλλον χαμηλό».
Επαναστάτες από τα οδοφράγματα – «Πού είναι τα χρήματα;»
Ο Μάρτιν Σέλμαϊρ, τότε επικεφαλής του επιτελείου του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χαρακτηρίζει την πρώτη του συνάντηση με το επιτελείο της ελληνικής κυβέρνησης ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες της ζωής του.
Η ελληνική αντιπροσωπεία μπήκε στην αίθουσα σαν «επαναστάτες που έρχονται κατευθείαν από τα οδοφράγματα. Μπήκαν στην αίθουσα, κάθονταν με τα πουκάμισα ανοιχτά και μας ρωτούσαν ”Πού είναι τα χρήματα; Πού είναι τα χρήματα;”».
Ο αμερικανικός παράγοντας
Η εμπλοκή της αμερικανικής κυβέρνησης στην ευρωπαϊκή κρίση, και ειδικά στο ελληνικό πρόγραμμα υπήρξε πολύ πιο καθοριστική απ’ όσο έχει αποτυπωθεί στις περισσότερες αναλύσεις. Όπως αναφέρεται, ο ρόλος της Ουάσιγκτον ήταν εκτεταμένος, με συνεχή παρασκηνιακή παρουσία στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Αθήνας, Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΔΝΤ, με στόχο την αποφυγή μιας ευρύτερης οικονομικής αποσταθεροποίησης.
Ο Τζακ Λιου, τότε υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιμετώπιζε την προοπτική μιας ελληνικής χρεοκοπίας, σημειώνοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν «ιδιαιτέρως επιζήμια».
Όπως εξηγεί, η αμερικανική πλευρά θεωρούσε ότι μια κατάρρευση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη δεν θα είχε μόνο οικονομικές συνέπειες, αλλά και ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση. Η Ελλάδα, όπως επισημαίνει, βρίσκεται σε μια στρατηγικά ευαίσθητη περιοχή και διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην ασφάλεια της Ευρώπης, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ιστορικά στενούς δεσμούς με τη χώρα.
Ο Τζακ Λιου, αποκαλύπτει ότι στην Ουάσιγκτον υπήρχε έντονη ανησυχία, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αποκτήσει τη φήμη ενός πολύ ριζοσπαστικού κόμματος, κυρίως μέσα από τη ρητορική του. Όπως λέει, δεν ήταν σαφές τι θα ακολουθούσε μετά τις εκλογές. Με την ομάδα που έφτιαξε ήταν κάπως δύσκολο να εμπλακεί κανείς.
Ο Ντάλιπ Σινγκ, αξιωματούχος του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος είχε την ευθύνη για την Ευρώπη και την Ευρασία αναφέρει πως η αμερικανική εκτίμηση πριν από τις εκλογές του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι, σε περίπτωση εκλογικής νίκης, η νέα κυβέρνηση θα απέρριπτε το σύνολο του προγράμματος διάσωσης, οδηγώντας τη χώρα σε ασφυκτική πιστωτική κρίση, πιθανή τραπεζική αστάθεια και εκροή καταθέσεων, με ευρύτερες συνέπειες που θα έθεταν στο τραπέζι ακόμη και τη σταθερότητα της Ευρωζώνης.
Ο Σινγκ περιγράφει τη συνάντησή του με τον τότε υπουργό Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη, ως μία εμπειρία «αλησμόνητη» αλλά και βαθιά ανησυχητική. «Ήταν ακριβώς όπως στην τηλεόραση: χαρισματικός, ευφραδής, για κάποιους ευφυής, αλλά ξεκάθαρα θεατρικός», θυμάται.
Η στιγμή που η συζήτηση πέρασε από τη θεωρία στην πραγματικότητα ήταν η πιο αποκαλυπτική. Όταν ο Αμερικανός τον ρώτησε ποιο ήταν το σχέδιο σε περίπτωση που η Ελλάδα χρεοκοπήσει και βγει από το ευρώ, η απάντηση του Βαρουφάκη τον άφησε άναυδο: «Έχετε μπερδευτεί; Είμαι ριζοσπάστης Μαρξιστής. Θα χορεύουμε στους δρόμους!»
Για την Ουάσιγκτον, το συμπέρασμα ήταν ένα: «Οδεύουμε προς τον γκρεμό».
Η αμερικανική πλευρά διέγνωσε τότε μια στρατηγική «bank shot». Η Αθήνα άφηνε να εννοηθεί ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να βγει από τη δυτική στρατηγική τροχιά και να στραφεί προς τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ (Ρωσία/Κίνα). Ο αξιωματούχος χαρακτηρίζει αυτή την κίνηση ως «βαθύτατη λανθασμένη εκτίμηση» και τη στρατηγική της κυβέρνησης ως «ριψοκίνδυνη».
Ο Ντάισελμπλουμ από την πλευρά του αναφέρεται σε ένα περιστατικό από την περίοδο των επαφών του Γιάνη Βαρουφάκη με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, περιγράφοντας μια επίσκεψή του στην Ιταλία. Όπως λέει, ο Βαρουφάκης, μετά από συνάντηση στο ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών, φέρεται να δήλωσε δημόσια ότι και το ιταλικό χρέος είναι μη βιώσιμο, κάτι που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την ιταλική πλευρά.
«Τραγικός» στο Eurogroup: Ο Σόιμπλε, οι εταίροι, ο Βαρουφάκης και το ναυάγιο
Ο Τόμας Στέφεν, υφυπουργός Οικονομικών της Γερμανίας το 2015, περιγράφει τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ως έναν πολιτικό με ξεκάθαρο όραμα για την ευρωπαϊκή ενοποίηση και τη νομισματική ολοκλήρωση.
Όπως αναφέρει, για τον Σόιμπλε αποτελούσε διαχρονική επιδίωξη η ύπαρξη ενός ενιαίου νομίσματος σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που τον οδήγησε να ενθαρρύνει και κράτη εκτός ευρώ να ενταχθούν όσο το δυνατόν νωρίτερα στη ζώνη του ενιαίου νομίσματος. Στην οπτική του, η συμμετοχή στο Eurogroup συνεπαγόταν αυξημένο επίπεδο ευθύνης και δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Σε συνάντηση που είχε ο Σόιμπλε με τον Γιάνη Βαρουφάκη στην κοινή συνέντευξη Τύπου ανακοινώθηκε το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων: «Δεν υπήρξε απόλυτη συμφωνία. Συμφωνούμε πως διαφωνούμε» δήλωσε ο Σόιμπλε για να συμπληρώσει ο Βαρουφάκης «Δεν φτάσαμε σε συμφωνία. Δεν συμφωνήσαμε καν ότι διαφωνούμε».
Η στάση του Γιάνη Βαρουφάκη στα Eurogroup αξιολογήθηκε αρνητικά από την πλευρά των εταίρων, με την εκτίμηση ότι προσέγγιζε τις διαπραγματεύσεις με την πεποίθηση πως θα μπορούσε ο ίδιος, προσωπικά, να πείσει τα υπόλοιπα κράτη-μέλη ότι η ελληνική θέση ήταν η ορθή.
Ο τύπος που είδαμε στο Eurogroup ήταν τραγικός, λέει ο Πιερ Μοσκοβισί. «Πίστευε πως αυτός ο ίδιος θα μπορούσε να πείσει όλες τις χώρες του Eurogroup πως είχε δίκιο».
«Δεν είμαι σίγουρος καν ότι ήξερε πως δουλεύει το Eurogroup και αυτό νομίζω ότι το συμεριζόμασταν όλοι. Δηλαδή όλοι ακριβώς δεν είχαμε καταλάβει που είναι το κέντρο της εξουσίας και πού πρέπει να διαπραγματευτείς. Είπε ο Γιάννης ο Βαρουφάκης ότι αντιμετωπίζουμε μια ανθρωπιστική κρίση και άρα πρέπει να αλλάξει και τουλάχιστον έξι εφτά υπουργοί γέλασαν. Αυτό εκτός από τη χυδαιότητα της αντίδρασης, μου δημιούργησε ότι έχουμε πολύ δύσκολο έργο».
Ο τότε επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, θυμάται πως ο «Γιάνης Βαρουφάκης μπήκε στη συνεδρίαση και άρχισε αμέσως να κάνει μαθήματα ότι δεν καταλαβαίνανε τι πραγματικά συνέβαινε, την οικονομική πλευρά. Οπότε το κλίμα ήταν αρνητικό και από τις δυο πλευρές».
Παράλληλα, περιγράφει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από τις διαπραγματεύσεις με τον Γιάνη Βαρουφάκη. Όπως αναφέρει, είχε επιτευχθεί μια αρχική συμφωνία διαδικαστικού χαρακτήρα, με πρόβλεψη για συνέχιση των συζητήσεων και πιθανές προσαρμογές στους όρους του προγράμματος. Σε εκείνο το σημείο, ο Βαρουφάκης ζήτησε να επικοινωνήσει με την Αθήνα, κάτι που έγινε δεκτό από τους υπόλοιπους υπουργούς, αν και δεν αποτελούσε συνήθη πρακτική.
Ωστόσο, ο τότε Έλληνας υπουργός δεν αποχώρησε από την αίθουσα για την τηλεφωνική επικοινωνία, αλλά παρέμεινε στο τραπέζι του Eurogroup και μιλούσε, όπως εκτιμάται, με τον Έλληνα πρωθυπουργό, παρουσία όλων των ομολόγων του και των συνεργατών τους.
Η διαδικασία αυτή διήρκεσε πάνω από μισή ώρα, γεγονός που, όπως σημειώνει ο Ντάισελμπλουμ, οδήγησε αρκετούς υπουργούς να χάσουν την υπομονή τους και να αποχωρήσουν σταδιακά από τη συνεδρίαση, μεταξύ των οποίων οι υπουργοί Αυστρίας, Ισπανίας και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Ο Ντάισελμπλουμ σημειώνει ότι στη συνέχεια πλησίασε τον Βαρουφάκη, ο οποίος συνέχιζε ακόμη το τηλεφώνημα, και του είπε πως «δεν υπάρχει πλέον συμφωνία», καθώς η αποχώρηση των υπουργών δεν επέτρεπε τη λήψη απόφασης. Όπως αναφέρει, η αντίδραση του Έλληνα υπουργού δεν άλλαξε τη ροή της διαδικασίας, καθώς συνέχισε την επικοινωνία του για αρκετή ώρα, πριν τελικά απαντήσει ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία.
«Ήταν από τις λίγες συνεδριάσεις του Eurogroup που έληξε σε χάος», θυμάται ο Ντάισελμπλουμ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, βλέποντας τις διαπραγματεύσεις να μην προχωρούν με τον Γιάνη Βαρουφάκη, ζήτησε να υπάρξει απευθείας επικοινωνία με το επιτελείο του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Η επαφή αυτή τελικά πραγματοποιήθηκε και το επόμενο πρωί συναντήθηκε με τον Αλέξη Τσίπρα στο ξενοδοχείο του στις Βρυξέλλες. Εκεί, σύμφωνα με τον ίδιο, συμφωνήθηκε ότι η μόνη ρεαλιστική διέξοδος ήταν μια κοινή δημόσια δήλωση πως οι δύο πλευρές είχαν έρθει σε επαφή, είχαν «εποικοδομητικές συνομιλίες» και ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν με στόχο πιθανές προσαρμογές στο πρόγραμμα.
Στόχος, ήταν να σταλεί ένα μήνυμα σταθερότητας και να αποκατασταθεί, έστω και προσωρινά, η εμπιστοσύνη των αγορών και των εταίρων.
«Επέκταση της δανειακής σύμβασης του δευτέρου μνημονίου κατά ένα τετράμηνο συν τους όρους του δευτέρου μνημονίου που δεν είχε εκπληρώσει η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου συν και πρόσθετους όρους» λέει ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, σύμφωνα με τον οποίο ο Αλέξης Τσίπρας «Υπέγραψε επέκταση δανειακής σύμβασης χωρίς δάνειο. … Δεν εξασφάλισε δάνεια και ξύναμε επί τετράμηνο τον πάτο του δημοσίου».
«Είχα την ξεκάθαρη εντύπωση πως οι Έλληνες ομόλογοι απλώς δεν είχαν διαβάσει το μνημόνιο» λέει ο τότε εκπρόσωπος του ΔΝΤ στην Τρόικα, Ντέκλαν Κοστέλλο.
Η επικοινωνία με τον Πούτιν
Ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ επιβεβαιώνει πως ο Βλαντιμίρ Πούτιν επικοινώνησε μαζί του για να του μεταφέρει πως ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε βοήθεια. Η απάντηση του Γιούνκερ ήταν κοφτή:
«Είμαστε σε θέση να λύσουμε το πρόβλημα μόνοι μας», κλείνοντας την πόρτα σε εξωτερικές παρεμβάσεις.
Όμως, η πιο καθηλωτική στιγμή είναι η περιγραφή μίας συνάντησης στις δύο τα ξημερώματα, μετά από ώρες άκαρπων συζητήσεων. Όταν η ελληνική πλευρά υποστήριξε πως όλη αυτή η συζήτηση ήταν «ανώφελη ανοησία» γιατί στο τέλος η Ευρώπη θα έδινε τα χρήματα ούτως ή άλλως. Ο Γιούνκερ γύρισε στον Τσίπρα και του είπε: «Κοίταξέ με στα μάτια. Θα χρεοκοπήσετε».
Πηγή: www.newsit.gr
